Κάθε φορά που ανεβαίνει η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις επιστρέφει η ίδια συζήτηση. Θα κάνει κάτι ο Ερντογάν; Θα υπάρξει θερμό επεισόδιο; Μπορεί μια κρίση στο Αιγαίο να οδηγήσει τις δύο χώρες σε πόλεμο; Ίσως όμως κάνουμε τη λάθος ερώτηση.
Αν θέλουμε να καταλάβουμε τις προθέσεις της Τουρκίας, μεγαλύτερη σημασία από τις δηλώσεις, τις NAVTEX και την καθημερινή επικαιρότητα έχει η συμπεριφορά της σε βάθος χρόνου. Τι επιδιώκει, πώς προσπαθεί να το πετύχει και μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει. Και αν κοιτάξουμε τις πράξεις της, προκύπτει ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα.
Ένα εσκεμμένο πολεμικό επεισόδιο με την Ελλάδα τα επόμενα λίγα χρόνια δεν φαίνεται να εξυπηρετεί την Τουρκία.
Όχι επειδή εγκατέλειψε τις διεκδικήσεις της. Ούτε επειδή ο Ερντογάν αποφεύγει τη στρατιωτική ισχύ. Αλλά επειδή αυτή τη στιγμή έχει περισσότερα να χάσει από όσα μπορεί να κερδίσει.
Η ευκαιρία που δεν εκμεταλλεύτηκε
Για σχεδόν μία δεκαετία η Ελλάδα βρέθηκε στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της σύγχρονης ιστορίας της. Οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν, εξοπλιστικά προγράμματα αναβλήθηκαν και οι Ένοπλες Δυνάμεις λειτουργούσαν με πολύ μικρότερα περιθώρια. Η Τουρκία, αντίθετα, ανέπτυσσε την αμυντική της βιομηχανία και αποκτούσε πραγματική πολεμική εμπειρία. Αν λοιπόν ο μακροχρόνιος στόχος της Τουρκίας ήταν να δημιουργήσει στρατιωτικά τετελεσμένα εις βάρος της Ελλάδας, εκείνη ήταν μια πολύ καλύτερη περίοδος για να το επιχειρήσει.
Δεν το έκανε.
Οι τουρκικές διεκδικήσεις υπήρχαν και τότε. Και ο Ερντογάν είχε ήδη αποδείξει ότι ήταν διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ όταν θεωρούσε ότι τον συνέφερε. Απέναντι στην Ελλάδα όμως επέλεξε πίεση, αμφισβήτηση, απειλές, στρατιωτική παρουσία και τελικά διπλωματία. Η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τους στόχους της. Προσπάθησε να τους πετύχει χωρίς να αναλάβει το ρίσκο ενός πολέμου με απρόβλεπτη κατάληξη. Γιατί λοιπόν να επιλέξει τον πόλεμο σήμερα, όταν οι στρατιωτικές συνθήκες είναι λιγότερο ευνοϊκές γι’ αυτήν;
Η Ελλάδα δεν είναι πλέον η Ελλάδα της κρίσης
Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει μεγαλύτερες Ένοπλες Δυνάμεις, πολύ μεγαλύτερη αμυντική βιομηχανία και μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι διαθέτει σήμερα ποιοτική υπεροχή εκεί όπου πιθανότατα θα κρινόταν ένα περιορισμένο ελληνοτουρκικό επεισόδιο. Στον αέρα η Ελλάδα διαθέτει Rafale με Meteor και F-16 Viper. Στη θάλασσα έχει ήδη παραλάβει την πρώτη FDI και μέσα στους επόμενους μήνες αναμένει άλλες δύο. Σε αυτά προστίθενται τα υποβρύχια Type 214 και μια σειρά νέων οπλικών συστημάτων.
Δεν χρειάζεται η Ελλάδα να είναι συνολικά ισχυρότερη από την Τουρκία. Αρκεί η Τουρκία να μην μπορεί να είναι βέβαιη ότι ένα περιορισμένο επεισόδιο θα τελειώσει με δική της επιτυχία. Και για τον Ερντογάν αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν χρειάζεται να χάσει έναν πόλεμο για να υποστεί πολιτική ήττα. Αρκεί μια περιορισμένη στρατιωτική αναμέτρηση να μην εξελιχθεί όπως σχεδίαζε. Η εικόνα της Τουρκίας ως ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης αποτελεί βασικό μέρος της πολιτικής του κληρονομιάς. Μια έστω και μερική στρατιωτική αποτυχία απέναντι στην Ελλάδα θα ήταν δύσκολο να ενταχθεί σε αυτό το αφήγημα. Για ποιο κέρδος θα αναλάμβανε αυτό το ρίσκο;
Κανείς από τους δύο δεν θέλει τον πόλεμο
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές. Η Τουρκία δεν φαίνεται να επιθυμεί έναν πόλεμο με την Ελλάδα επειδή δεν μπορεί να είναι βέβαιη για το αποτέλεσμα. Η Ελλάδα δεν τον επιθυμεί επειδή έχει πλέον αποκτήσει αρκετή ισχύ ώστε να μη χρειάζεται να τον φοβάται όπως παλαιότερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα επιδιώκει τη σύγκρουση. Σημαίνει όμως ότι ο φόβος της σύγκρουσης δεν χρειάζεται πλέον να λειτουργεί αυτομάτως ως τουρκικό πλεονέκτημα. Και αυτή είναι ίσως η ουσιαστικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών.
Η αποτροπή δεν λειτουργεί όταν μόνο ο ένας φοβάται την κλιμάκωση. Τότε αυτός που είναι περισσότερο διατεθειμένος να ανεβάσει την ένταση αποκτά πλεονέκτημα. Λειτουργεί όταν και οι δύο γνωρίζουν ότι η κλιμάκωση μπορεί να τους κοστίσει.
Από την αποτροπή στην άσκηση δικαιωμάτων
Σε παλαιότερο άρθρο είχαμε αναρωτηθεί γιατί η Ελλάδα προχωρά σε τόσο ακριβούς εξοπλισμούς. Η απάντηση δεν ήταν μόνο για να αντιμετωπίσει καλύτερα μια πιθανή τουρκική επίθεση. Οι εξοπλισμοί μπορούν να εξυπηρετήσουν μια βαθύτερη αλλαγή στρατηγικής: από την απλή διατήρηση του status quo στην ενεργητική άσκηση των δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι έχει.
Η αποτροπή λέει: «Αν κάνεις κάτι, θα αντιδράσω.»
Η ενεργητική άσκηση δικαιωμάτων λέει: «Θα κάνω αυτό που θεωρώ ότι δικαιούμαι. Εσύ αποφάσισε αν αξίζει να αναλάβεις το κόστος για να με σταματήσεις.»
Και τώρα αυτή η θεωρία πρόκειται να δοκιμαστεί.
Το καλώδιο
Η Ελλάδα προαναγγέλλει την επανέναρξη των εργασιών για το Great Sea Interconnector. Το έργο έχει πλέον και σαφώς ισχυρότερη γαλλική παρουσία: η Meridiam απέκτησε την πλειοψηφία της εταιρείας GSI και υπεγράφη νέα συμφωνία με τη Nexans για τις έρευνες βυθού. Το κρίσιμο όμως δεν είναι το καλώδιο. Είναι αυτό που σημαίνει.
Εάν οι εργασίες πραγματοποιηθούν σε περιοχή που η Άγκυρα θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα χωρίς η Ελλάδα να ζητήσει τουρκική άδεια, τότε η ελληνική θέση δεν θα υπάρχει πλέον μόνο σε χάρτες και νομικά επιχειρήματα. Θα έχει εφαρμοστεί στην πράξη. Και γι’ αυτό η Τουρκία δεν μπορεί εύκολα να το αγνοήσει.
Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη πλευρά. Ούτε η Ελλάδα μπορεί εύκολα να κάνει πίσω αυτή τη φορά. Η Αθήνα γνωρίζει τι συνέβη το 2024. Γνωρίζει τις τουρκικές θέσεις και γνωρίζει ότι η Άγκυρα μπορεί να επιχειρήσει ξανά να σταματήσει τις εργασίες. Παρόλα αυτά επιστρέφει. Και επιστρέφει αφού έχει αποκτήσει Rafale, Viper και FDI, αφού έχει ενισχύσει σημαντικά τις στρατηγικές της σχέσεις και αφού έχει προσθέσει στο ίδιο το έργο ισχυρότερη γαλλική παρουσία. Εάν, μετά από όλα αυτά, μια έντονη τουρκική αντίδραση ήταν αρκετή για να σταματήσουν ξανά οι εργασίες, η ζημιά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από την καθυστέρηση ενός ενεργειακού έργου.
Η Ελλάδα θα είχε ανακοινώσει ότι θα ασκήσει ένα δικαίωμά της, θα είχε δοκιμάσει στην πράξη τη νέα ισορροπία ισχύος και θα είχε υποχωρήσει όταν η Τουρκία την αμφισβήτησε. Γεωπολιτικά, θα ήταν ίσως το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα. Θα έστελνε το μήνυμα ότι, παρά τους εξοπλισμούς και τις νέες συμμαχίες, η απειλή της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος εξακολουθεί από μόνη της να είναι αρκετή για να περιορίσει την άσκηση της ελληνικής πολιτικής. Γι’ αυτό θεωρώ δύσκολο να έχει αποφασιστεί η επιστροφή χωρίς να έχει αποφασιστεί και ότι αυτή τη φορά το έργο πρέπει να προχωρήσει.
Η έξοδος που χρειάζονται και οι δύο
Το ενδιαφέρον είναι ότι μπορεί ήδη να διαμορφώνεται ένας τρόπος ώστε να συμβεί αυτό χωρίς κανείς να αναγκαστεί να υποχωρήσει δημόσια. Η φόρμουλα που εξετάζεται είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική. Η εταιρεία που θα πραγματοποιήσει τις εργασίες θα ‘γνωστοποιήσει’ στην Τουρκία πού και πότε θα γίνουν.
Η ελληνική θέση θα είναι απλή: «Σας ενημερώνουμε. Δεν σας ζητάμε άδεια». Η Τουρκία όμως μπορεί να απαντήσει με τρόπο που θα της επιτρέπει να υποστηρίξει: «Λάβαμε το αίτημα, το εξετάσαμε και επιτρέψαμε τις εργασίες».
Και μετά μπορεί να αρχίσει ένας τεράστιος ελληνοτουρκικός καβγάς για μία λέξη. Ήταν γνωστοποίηση; Ήταν αίτηση; Ήταν συναίνεση; Ήταν άδεια; Τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης θα παρουσιάζουν τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα δεν ζήτησε τίποτα. Τα τουρκικά θα παρουσιάζουν τα δικά τους κείμενα για να αποδείξουν ότι η Τουρκία ενημερώθηκε και έδωσε τη συγκατάθεσή της.
Οι διπλωμάτες θα αναλύουν κάθε λέξη. Και την ίδια ώρα, στον βυθό, το καλώδιο θα περνά. Ίσως ακριβώς αυτή να είναι η λύση. Γιατί η ουσία για την Ελλάδα δεν είναι να πείσει την τουρκική κοινή γνώμη ότι η Τουρκία έχασε. Η ουσία είναι να περάσει το καλώδιο. Και η ουσία για την Τουρκία δεν είναι απαραίτητα να το εμποδίσει με κάθε κόστος. Είναι να μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν πραγματοποιήθηκε μια ενέργεια σε περιοχή που θεωρεί δική της χωρίς να ληφθεί υπόψη. Έτσι μπορούν, παραδόξως, να κερδίσουν και οι δύο.
Μια πρόβλεψη
Ας διακινδυνεύσουμε λοιπόν μια συγκεκριμένη πρόβλεψη. Το καλώδιο θα περάσει. Θα προηγηθεί ένταση. Μπορεί να υπάρξουν NAVTEX, πολεμικά πλοία, σκληρές δηλώσεις και αρκετή διπλωματική αντιπαράθεση. Αλλά στο τέλος θεωρώ πιθανότερο να δούμε τη φόρμουλα που ήδη αρχίζει να διαφαίνεται. Η εταιρεία θα γνωστοποιήσει στην Τουρκία τις εργασίες. Η Ελλάδα θα επιμείνει ότι η γνωστοποίηση προβλέπεται για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και δεν αποτελεί αίτημα άδειας — θέση που έχει ήδη διατυπώσει δημοσίως ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών. Η Τουρκία, που ήδη δηλώνει ότι δραστηριότητες στην περιοχή απαιτούν προηγούμενο συντονισμό μαζί της, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τη διαδικασία ως αναγνώριση της δικής της αρμοδιότητας.
Και οι εργασίες θα προχωρήσουν. Και οι δύο κυβερνήσεις θα αφήσουν πιθανότατα τους νομικούς, τους δημοσιογράφους και την κοινή γνώμη να τσακώνονται για το ποια εκδοχή είναι σωστή. Γιατί το εναλλακτικό σενάριο είναι πολύ χειρότερο και για τις δύο.
Η Ελλάδα δύσκολα μπορεί πλέον να κάνει πίσω χωρίς σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία της.
Η Τουρκία δύσκολα μπορεί να επιβάλει τη θέση της στρατιωτικά χωρίς να αναλάβει ένα ρίσκο δυσανάλογο του οφέλους.
Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται πλέον να αποφεύγει τον πόλεμο από θέση αδυναμίας. Η στρατιωτική ισχύς δεν της δίνει λόγο να αναζητήσει τη σύγκρουση. Της δίνει τη δυνατότητα να μην υποχωρεί απλώς και μόνο για να την αποφύγει. Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Όταν η Ελλάδα ήταν πολύ πιο αδύναμη, η Τουρκία δεν επέλεξε τον πόλεμο. Σήμερα η Ελλάδα είναι καλύτερα εξοπλισμένη, έχει ισχυρότερες συμμαχίες και αρχίζει να χρησιμοποιεί αυτή την ισχύ για να ασκήσει δικαιώματα που στο παρελθόν δίσταζε να ασκήσει. Για να επιλέξει ένα κράτος τον πόλεμο δεν αρκεί να έχει διεκδικήσεις. Πρέπει να πιστεύει ότι ο πόλεμος είναι ο καλύτερος τρόπος για να τις πετύχει. Και αυτή τη στιγμή, για την Τουρκία, δεν είναι.
Γι’ αυτό ο πόλεμος με την Τουρκία που τόσα χρόνια περιμένουμε, κατά πάσα πιθανότητα δεν έρχεται. Τουλάχιστον όχι τώρα.